🇬🇧 en el 🇬🇷
safety razor noun |
|
|---|---|
|
ξυράφι ασφάλειας, ξυραφάκι ασφάλειας, ξυριστική μηχανή |
Wiktionary Links
- English: safety razor
safety razor noun |
|
|---|---|
|
ξυράφι ασφάλειας, ξυραφάκι ασφάλειας, ξυριστική μηχανή |